ανθοβαφία

ανθοβαφία
ἀνθοβαφία, η (Α)
το βάψιμο με ζωηρά χρώματα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ἀνθοβαφίαν — ἀνθοβαφίᾱν , ἀνθοβαφία dveing in bright colours fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”